<span class="translation_missing" title="translation missing: el.search_results">Search Results</span>

Δεν βρίσκετε τη λέξη που ψάχνετε;

Προτείνετε μια λέξη!

Τυχαία λέξη

πατσιαβούρα (η)

Ετυμολογία: ιταλ. spazzatura < βενετ. spazzuara ή τουρκ. pacavra = κουρέλι

  1. Κομμάτι υφάσματος (κουρέλι) για σκούπισμα - καθάρισμα
  2. μτφ. γυναίκα ανήθικη